ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΣΚΥΛΟΙ ΑΓΕΛΑΙΑ ΖΩΑ;
Σε αυτή την προσπάθεια θέλω να εξηγήσω, όσο πιο ξεκάθαρα και απλά γίνεται, γιατί ο σκύλος δεν είναι αγελαίο ζώο και γιατί είναι κρίσιμο να σταματήσει επιτέλους η άκριτη αναπαραγωγή αυτής της λανθασμένης πληροφορίας· μια παρανόηση που έχει επαναληφθεί χιλιάδες φορές από επαγγελματίες, κτηνιάτρους, φίλους και κηδεμόνες. Το λανθασμένο αυτό πρίσμα διαστρεβλώνει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον σκύλο, επηρεάζει τη συμπεριφορά μας απέναντί του και δημιουργεί προσδοκίες που δεν ανταποκρίνονται στη φύση και στις πραγματικές ανάγκες του. Με στόχο μια πιο υπεύθυνη και ακριβή κατανόηση, επιχειρώ να φωτίσω την αλήθεια πίσω από αυτό το τόσο διαδεδομένο αλλά εξαιρετικά επιβλαβές στερεότυπο. (Από το βιβλίο μου "Χαμένοι στην Μετάφραση")
Η ιδέα πως οι σκύλοι είναι από τη φύση τους ζώα αγέλης γεννήθηκε από μια επιπόλαιη παραδοχή — πως ό,τι κάνει ο λύκος, το κάνει κι ο σκύλος.
Όμως, ακόμη και στους λύκους, δεν υπάρχει κάποιο μαγικό, έμφυτο «ένστικτο αγέλης». Οι περισσότεροι —όχι όλοι— λύκοι πράγματι ζουν σε ομάδες, αλλά αυτές οι ομάδες είναι οικογένειες: οι γονείς μαζί με τα μικρά τους από τα προηγούμενα χρόνια. Δεν πρόκειται για τυχαίες αγέλες, αλλά για κλειστές οικογενειακές δομές.
Η συμβίωση αυτή δεν είναι κάτι που κληρονομείται βιολογικά. Είναι κάτι που το μαθαίνουν. Το αν ένας λύκος θα ζήσει ή όχι σε ομάδα εξαρτάται από πολλές παραμέτρους της ζωής του — κυρίως από το πώς έχει κοινωνικοποιηθεί όσο είναι ακόμα κουτάβι. Οι συνθήκες του περιβάλλοντός του, όπως η επάρκεια τροφής, παίζουν επίσης ρόλο: αν υπάρχει αρκετό θήραμα για να τραφεί μια ομάδα, τότε μπορεί να δημιουργηθεί αγέλη· αν όχι, ο λύκος ζει μόνος. Και βέβαια, η παρουσία ανθρώπων μπορεί να κάνει την ομαδική ζωή αδύνατη — ένας μοναχικός λύκος κρύβεται ευκολότερα και έχει περισσότερες πιθανότητες επιβίωσης εκεί όπου μια ομάδα θα εντοπιζόταν και θα αφανιζόταν.
Μπορεί επίσης να συμβεί ένας λύκος να ξεκινήσει τη ζωή του σε αγέλη και να μείνει μόνος, επειδή τα υπόλοιπα μέλη σκοτώθηκαν. Ίσως φύγει για να βρει ταίρι αλλά να μην το συναντήσει ποτέ. Ίσως μια αρρώστια ή μια περίοδος πείνας να εξαφανίσει τα μεγάλα θηράματα και η ομάδα να διαλυθεί, αναγκασμένη να ζει με μικρότερη λεία που δεν μπορεί να μοιραστεί.
Όταν, λοιπόν, οι λύκοι ζουν σε αγέλη, αυτή αποτελεί κλειστή οικογένεια. Ξένοι σχεδόν ποτέ δεν γίνονται δεκτοί. Καινούργιες οικογένειες δημιουργούνται όταν ένας νεαρός λύκος ενηλικιωθεί, αποχωριστεί την ομάδα του, βρει σύντροφο και αποκτήσει απογόνους. Αυτό, για τα είδη των κυνοειδών, είναι και ο ορισμός της αγέλης: μια οικογενειακή ομάδα που κυνηγά και υπερασπίζεται μαζί την επικράτειά της.
Μέχρι εδώ όλα καλά. Μόνο που, βιαστικοί όπως είμαστε να πιστέψουμε ότι ο σκύλος είναι απλώς ένας εξημερωμένος λύκος, ξεχάσαμε να παρατηρήσουμε τους ίδιους τους σκύλους.
Ευτυχώς, υπήρξαν ερευνητές που δεν έκαναν αυτό το λάθος και αφιέρωσαν χρόνο να παρακολουθήσουν ελεύθερα ζωντανούς σκύλους στο φυσικό τους περιβάλλον — στις πόλεις, στα χωριά, στις παρυφές των ανθρώπινων οικισμών. Μία από αυτές τις μελέτες, που αφορούσε σκύλους των πόλεων, έδειξε κάτι εντυπωσιακό:
Οι ομάδες αυτές δεν είναι οικογένειες και δεν είναι σταθερές.
Δεν έχουν κλειστά μέλη ούτε ιεραρχία.
Οι σκύλοι μπαίνουν και βγαίνουν, κάποιοι χάνονται, άλλοι εμφανίζονται. Σε μέρη όπως οι σκουπιδότοποι, οι αυλές ή τα σημεία όπου οι σκύλοι μαζεύονται να λιαστούν, μπορεί να συνυπάρχουν πολλοί άγνωστοι μεταξύ τους χωρίς την παραμικρή ένταση. Είναι παρέες και συντροφιές της στιγμής, όχι αγέλες με κανόνες.
Και, στην πραγματικότητα, αυτό δεν θα έπρεπε να μας εκπλήσσει.
Η ζωή του λύκου είναι απίστευτα δύσκολη: ζει κυνηγώντας μεγάλα ζώα που δεν μπορεί να πιάσει μόνος του· πρέπει να καλύπτει τεράστιες αποστάσεις για να βρει τροφή και να εξαντλείται στη μάχη για την επιβίωση. Πρέπει να μεταφέρει τροφή στα μικρά του, να τα μεγαλώσει, να τα προστατεύσει. Είναι μια ύπαρξη που απαιτεί συνεργασία, γιατί χωρίς αυτήν δεν θα μπορούσε να σταθεί. Κι όμως, ακόμα κι έτσι, από τα κουτάβια που γεννιούνται, μόνο ένα μικρό ποσοστό —ίσως 4 έως 20%— φτάνει στην ηλικία των δέκα μηνών.
Ο σκύλος, αντίθετα, ζει μια εντελώς διαφορετική ζωή.
Η τροφή του δεν τρέχει να ξεφύγει — είναι τα απορρίμματα των ανθρώπων, που βρίσκονται παντού γύρω του. Δεν χρειάζεται να διασχίζει εκτάσεις ολόκληρες για να τραφεί· έρευνες έδειξαν ότι οι αδέσποτοι σκύλοι κινούνται συνήθως σε περιοχές όσο δύο έως δέκα γήπεδα ποδοσφαίρου. Περνούν το 80% της ημέρας τους παίζοντας, κοιμώμενοι ή ξαπλώνοντας στον ήλιο. Δεν έχουν φυσικούς εχθρούς από τους οποίους να χρειάζονται συλλογική άμυνα. Οι βασικές αιτίες θανάτου τους είναι τα αυτοκίνητα, τα δηλητήρια και οι άνθρωποι — όχι κάποιο άγριο θηρίο.
Μια ομάδα, λοιπόν, δεν τους προσφέρει καμία εξελικτική ωφέλεια: ούτε για να μεγαλώσουν τα μικρά, ούτε για να βρουν τροφή. Η μητέρα προστατεύει τα κουτάβια της κρυμμένα, τα θηλάζει και, όταν εκείνα μπορούν να περπατήσουν, τα ίδια αρχίζουν να ψάχνουν τροφή στις χωματερές. Σε πόλεις, σχεδόν τα μισά κουτάβια φτάνουν τον πρώτο χρόνο της ζωής τους χωρίς καμιά βοήθεια από “αγέλη”. Στην ύπαιθρο, το ποσοστό είναι χαμηλότερο, αλλά κυρίως λόγω των ανθρώπων που τα εντοπίζουν και τα εξοντώνουν.
Η ζωή σε αγέλη, λοιπόν, δεν έχει κανέναν σκοπό για τον σκύλο — και γι’ αυτό δεν τον ενδιαφέρει.
Όλα αυτά τα γνωρίζουμε όχι από θεωρίες, αλλά από τις λίγες επιστημονικές μελέτες που υπάρχουν για ελεύθερους, μη εξημερωμένους σκύλους σε φυσικές τους συνθήκες — στις πόλεις, στα χωριά, σε διάφορες περιοχές του κόσμου.
Εδώ και δεκατέσσερα χρόνια μελετώ συστηματικά τους ελεύθερους, αδέσποτους σκύλους στην Ελλάδα, παρατηρώντας τη συμπεριφορά τους στο φυσικό τους περιβάλλον και καταγράφοντας πώς πραγματικά ζουν, αλληλοεπιδρούν και παίρνουν αποφάσεις. Τα στοιχεία που συγκεντρώνω όλα αυτά τα χρόνια επιβεβαιώνουν απόλυτα ότι ο σκύλος δεν λειτουργεί ως αγελαίο ζώο, όπως τόσο συχνά —και λανθασμένα— υποστηρίζεται.
Αντιθέτως, οι κοινωνικές του δομές είναι ρευστές, ευκαιριακές και δεν θυμίζουν σε καμία περίπτωση ιεραρχίες και αρχηγούς. Αυτή η πολύχρονη έρευνα ενισχύει την ανάγκη να διορθωθεί η διαδεδομένη παρανόηση, ώστε να μπορούμε να προσεγγίζουμε τον σκύλο με πραγματική γνώση, ρεαλιστικές προσδοκίες και βαθύτερο σεβασμό στη φύση του.
Αν όμως σταματήσουμε να βλέπουμε τους σκύλους μέσα από τα παλιά στερεότυπα, μπορούμε να το διαπιστώσουμε και μόνοι μας.
Όταν βγάζω τον σκύλο μου στο πάρκο, κάθε φορά γνωρίζει καινούργιους σκύλους και το απολαμβάνει. Στην πραγματικότητα, αυτός είναι και ο λόγος που πηγαίνω στο πάρκο — γιατί βλέπω πόσο χαίρεται να κάνει νέους φίλους.
Οι επαγγελματίες dog walkers βγάζουν βόλτα μικρές έως μεγάλες ομάδες ζώων κάθε μέρα, συχνά με διαφορετική σύνθεση. Κι όλα λειτουργούν μια χαρά. Αν τύχει να συναντηθούν δύο τέτοιες ομάδες, ενώνονται σε ένα χαρούμενο πλήθος, παίζουν όλοι μαζί, και μετά χωρίζουν χωρίς πρόβλημα. Μερικές φορές πρέπει να μαζέψω και τη δική μου σκύλα γιατί αποφάσισε να φύγει με τους “καινούργιους της φίλους”.
Αν ο σκύλος ήταν πράγματι ζώο αγέλης, τίποτε από αυτά δεν θα μπορούσε να συμβεί.
Το ίδιο ισχύει και για τους σκύλους που ζουν σε καταφύγια. Έχουν χάσει την “ομάδα” τους, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν μπορούν να δεθούν ξανά. Μπορούν να ενταχθούν σε νέα οικογένεια, να χτίσουν νέους δεσμούς, να αγαπήσουν και να αγαπηθούν από εντελώς άγνωστους ανθρώπους και ζώα. Αυτή η ικανότητά τους είναι και η απόδειξη ότι δεν είναι ζώα αγέλης.
Και για να προλάβω την σκέψη σας:
Οι σκύλοι που δεν θέλουν παρέες και διώχνουν όποιον πλησιάσει δεν επιβεβαιώνουν κανέναν “αγελαίο” κανόνα, ούτε λειτουργούν ως φύλακες κάποιας υποτιθέμενης αγέλης· αντίθετα, δείχνουν συνήθως ότι δεν έχουν εξοικειωθεί από νωρίς με τα ερεθίσματα και τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις που θα συναντήσουν στη μετέπειτα ζωή τους. Η αποφυγή, η ένταση ή η ανάγκη να κρατούν απόσταση δεν είναι αποδείξεις προστασίας ομάδας, αλλά ενδείξεις ανεπαρκούς κοινωνικοποίησης ή περιορισμένης έκθεσης σε διαφορετικούς σκύλους, ανθρώπους και καταστάσεις. Όταν λείπουν αυτά τα πρώιμα, θεμελιώδη μαθήματα, η φυσιολογική αυτοπεποίθηση και η ευελιξία στις κοινωνικές επαφές δεν αναπτύσσονται, με αποτέλεσμα συμπεριφορές που συχνά παρερμηνεύονται ως “αγελαίες”, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν απλώς συνέπεια ελλείψεων στην εμπειρία και όχι έκφραση κάποιας ιεραρχικής ανάγκης.
Πραγματικότητα:
Ο σκύλος ευδοκιμεί κοντά στον άνθρωπο επειδή ακριβώς έπαψε να ζει τη ζωή της αγέλης. Είναι ημιάγριο αλλά όχι αγελαίο ζώο. Κυκλοφορεί μόνος του, ψάχνοντας τροφή στους δρόμους και στις χωματερές. Όταν συναναστρέφεται άλλους σκύλους, φτιάχνει χαλαρές, ανοιχτές παρέες από γνωστούς ή άγνωστους. Μπορεί να δεθεί στενά με κάποιους, αλλά δεν φοβάται τους ξένους — αντίθετα, χαίρεται να τους κάνει φίλους.
Από το βιβλίο μου "Χαμένοι στην Μετάφραση"
Φιλικά
Antoine Raymond - Stefas
Η ιδέα πως οι σκύλοι είναι από τη φύση τους ζώα αγέλης γεννήθηκε από μια επιπόλαιη παραδοχή — πως ό,τι κάνει ο λύκος, το κάνει κι ο σκύλος.
Όμως, ακόμη και στους λύκους, δεν υπάρχει κάποιο μαγικό, έμφυτο «ένστικτο αγέλης». Οι περισσότεροι —όχι όλοι— λύκοι πράγματι ζουν σε ομάδες, αλλά αυτές οι ομάδες είναι οικογένειες: οι γονείς μαζί με τα μικρά τους από τα προηγούμενα χρόνια. Δεν πρόκειται για τυχαίες αγέλες, αλλά για κλειστές οικογενειακές δομές.
Η συμβίωση αυτή δεν είναι κάτι που κληρονομείται βιολογικά. Είναι κάτι που το μαθαίνουν. Το αν ένας λύκος θα ζήσει ή όχι σε ομάδα εξαρτάται από πολλές παραμέτρους της ζωής του — κυρίως από το πώς έχει κοινωνικοποιηθεί όσο είναι ακόμα κουτάβι. Οι συνθήκες του περιβάλλοντός του, όπως η επάρκεια τροφής, παίζουν επίσης ρόλο: αν υπάρχει αρκετό θήραμα για να τραφεί μια ομάδα, τότε μπορεί να δημιουργηθεί αγέλη· αν όχι, ο λύκος ζει μόνος. Και βέβαια, η παρουσία ανθρώπων μπορεί να κάνει την ομαδική ζωή αδύνατη — ένας μοναχικός λύκος κρύβεται ευκολότερα και έχει περισσότερες πιθανότητες επιβίωσης εκεί όπου μια ομάδα θα εντοπιζόταν και θα αφανιζόταν.
Μπορεί επίσης να συμβεί ένας λύκος να ξεκινήσει τη ζωή του σε αγέλη και να μείνει μόνος, επειδή τα υπόλοιπα μέλη σκοτώθηκαν. Ίσως φύγει για να βρει ταίρι αλλά να μην το συναντήσει ποτέ. Ίσως μια αρρώστια ή μια περίοδος πείνας να εξαφανίσει τα μεγάλα θηράματα και η ομάδα να διαλυθεί, αναγκασμένη να ζει με μικρότερη λεία που δεν μπορεί να μοιραστεί.
Όταν, λοιπόν, οι λύκοι ζουν σε αγέλη, αυτή αποτελεί κλειστή οικογένεια. Ξένοι σχεδόν ποτέ δεν γίνονται δεκτοί. Καινούργιες οικογένειες δημιουργούνται όταν ένας νεαρός λύκος ενηλικιωθεί, αποχωριστεί την ομάδα του, βρει σύντροφο και αποκτήσει απογόνους. Αυτό, για τα είδη των κυνοειδών, είναι και ο ορισμός της αγέλης: μια οικογενειακή ομάδα που κυνηγά και υπερασπίζεται μαζί την επικράτειά της.
Μέχρι εδώ όλα καλά. Μόνο που, βιαστικοί όπως είμαστε να πιστέψουμε ότι ο σκύλος είναι απλώς ένας εξημερωμένος λύκος, ξεχάσαμε να παρατηρήσουμε τους ίδιους τους σκύλους.
Ευτυχώς, υπήρξαν ερευνητές που δεν έκαναν αυτό το λάθος και αφιέρωσαν χρόνο να παρακολουθήσουν ελεύθερα ζωντανούς σκύλους στο φυσικό τους περιβάλλον — στις πόλεις, στα χωριά, στις παρυφές των ανθρώπινων οικισμών. Μία από αυτές τις μελέτες, που αφορούσε σκύλους των πόλεων, έδειξε κάτι εντυπωσιακό:
- Περισσότεροι από τους μισούς σκύλους περιπλανιούνταν εντελώς μόνοι.
- Περίπου το 26% είχε έναν συγκεκριμένο σύντροφο, με τον οποίο περνούσε καιρό μαζί.
- Γύρω στο 16% σχημάτιζε μικρές ομάδες των τριών, με μέλη που άλλαζαν με τον καιρό.
- Και λιγότερο από 2% κυκλοφορούσαν σε μεγαλύτερες ομάδες.
Οι ομάδες αυτές δεν είναι οικογένειες και δεν είναι σταθερές.
Δεν έχουν κλειστά μέλη ούτε ιεραρχία.
Οι σκύλοι μπαίνουν και βγαίνουν, κάποιοι χάνονται, άλλοι εμφανίζονται. Σε μέρη όπως οι σκουπιδότοποι, οι αυλές ή τα σημεία όπου οι σκύλοι μαζεύονται να λιαστούν, μπορεί να συνυπάρχουν πολλοί άγνωστοι μεταξύ τους χωρίς την παραμικρή ένταση. Είναι παρέες και συντροφιές της στιγμής, όχι αγέλες με κανόνες.
Και, στην πραγματικότητα, αυτό δεν θα έπρεπε να μας εκπλήσσει.
Η ζωή του λύκου είναι απίστευτα δύσκολη: ζει κυνηγώντας μεγάλα ζώα που δεν μπορεί να πιάσει μόνος του· πρέπει να καλύπτει τεράστιες αποστάσεις για να βρει τροφή και να εξαντλείται στη μάχη για την επιβίωση. Πρέπει να μεταφέρει τροφή στα μικρά του, να τα μεγαλώσει, να τα προστατεύσει. Είναι μια ύπαρξη που απαιτεί συνεργασία, γιατί χωρίς αυτήν δεν θα μπορούσε να σταθεί. Κι όμως, ακόμα κι έτσι, από τα κουτάβια που γεννιούνται, μόνο ένα μικρό ποσοστό —ίσως 4 έως 20%— φτάνει στην ηλικία των δέκα μηνών.
Ο σκύλος, αντίθετα, ζει μια εντελώς διαφορετική ζωή.
Η τροφή του δεν τρέχει να ξεφύγει — είναι τα απορρίμματα των ανθρώπων, που βρίσκονται παντού γύρω του. Δεν χρειάζεται να διασχίζει εκτάσεις ολόκληρες για να τραφεί· έρευνες έδειξαν ότι οι αδέσποτοι σκύλοι κινούνται συνήθως σε περιοχές όσο δύο έως δέκα γήπεδα ποδοσφαίρου. Περνούν το 80% της ημέρας τους παίζοντας, κοιμώμενοι ή ξαπλώνοντας στον ήλιο. Δεν έχουν φυσικούς εχθρούς από τους οποίους να χρειάζονται συλλογική άμυνα. Οι βασικές αιτίες θανάτου τους είναι τα αυτοκίνητα, τα δηλητήρια και οι άνθρωποι — όχι κάποιο άγριο θηρίο.
Μια ομάδα, λοιπόν, δεν τους προσφέρει καμία εξελικτική ωφέλεια: ούτε για να μεγαλώσουν τα μικρά, ούτε για να βρουν τροφή. Η μητέρα προστατεύει τα κουτάβια της κρυμμένα, τα θηλάζει και, όταν εκείνα μπορούν να περπατήσουν, τα ίδια αρχίζουν να ψάχνουν τροφή στις χωματερές. Σε πόλεις, σχεδόν τα μισά κουτάβια φτάνουν τον πρώτο χρόνο της ζωής τους χωρίς καμιά βοήθεια από “αγέλη”. Στην ύπαιθρο, το ποσοστό είναι χαμηλότερο, αλλά κυρίως λόγω των ανθρώπων που τα εντοπίζουν και τα εξοντώνουν.
Η ζωή σε αγέλη, λοιπόν, δεν έχει κανέναν σκοπό για τον σκύλο — και γι’ αυτό δεν τον ενδιαφέρει.
Όλα αυτά τα γνωρίζουμε όχι από θεωρίες, αλλά από τις λίγες επιστημονικές μελέτες που υπάρχουν για ελεύθερους, μη εξημερωμένους σκύλους σε φυσικές τους συνθήκες — στις πόλεις, στα χωριά, σε διάφορες περιοχές του κόσμου.
Εδώ και δεκατέσσερα χρόνια μελετώ συστηματικά τους ελεύθερους, αδέσποτους σκύλους στην Ελλάδα, παρατηρώντας τη συμπεριφορά τους στο φυσικό τους περιβάλλον και καταγράφοντας πώς πραγματικά ζουν, αλληλοεπιδρούν και παίρνουν αποφάσεις. Τα στοιχεία που συγκεντρώνω όλα αυτά τα χρόνια επιβεβαιώνουν απόλυτα ότι ο σκύλος δεν λειτουργεί ως αγελαίο ζώο, όπως τόσο συχνά —και λανθασμένα— υποστηρίζεται.
Αντιθέτως, οι κοινωνικές του δομές είναι ρευστές, ευκαιριακές και δεν θυμίζουν σε καμία περίπτωση ιεραρχίες και αρχηγούς. Αυτή η πολύχρονη έρευνα ενισχύει την ανάγκη να διορθωθεί η διαδεδομένη παρανόηση, ώστε να μπορούμε να προσεγγίζουμε τον σκύλο με πραγματική γνώση, ρεαλιστικές προσδοκίες και βαθύτερο σεβασμό στη φύση του.
Αν όμως σταματήσουμε να βλέπουμε τους σκύλους μέσα από τα παλιά στερεότυπα, μπορούμε να το διαπιστώσουμε και μόνοι μας.
Όταν βγάζω τον σκύλο μου στο πάρκο, κάθε φορά γνωρίζει καινούργιους σκύλους και το απολαμβάνει. Στην πραγματικότητα, αυτός είναι και ο λόγος που πηγαίνω στο πάρκο — γιατί βλέπω πόσο χαίρεται να κάνει νέους φίλους.
Οι επαγγελματίες dog walkers βγάζουν βόλτα μικρές έως μεγάλες ομάδες ζώων κάθε μέρα, συχνά με διαφορετική σύνθεση. Κι όλα λειτουργούν μια χαρά. Αν τύχει να συναντηθούν δύο τέτοιες ομάδες, ενώνονται σε ένα χαρούμενο πλήθος, παίζουν όλοι μαζί, και μετά χωρίζουν χωρίς πρόβλημα. Μερικές φορές πρέπει να μαζέψω και τη δική μου σκύλα γιατί αποφάσισε να φύγει με τους “καινούργιους της φίλους”.
Αν ο σκύλος ήταν πράγματι ζώο αγέλης, τίποτε από αυτά δεν θα μπορούσε να συμβεί.
Το ίδιο ισχύει και για τους σκύλους που ζουν σε καταφύγια. Έχουν χάσει την “ομάδα” τους, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν μπορούν να δεθούν ξανά. Μπορούν να ενταχθούν σε νέα οικογένεια, να χτίσουν νέους δεσμούς, να αγαπήσουν και να αγαπηθούν από εντελώς άγνωστους ανθρώπους και ζώα. Αυτή η ικανότητά τους είναι και η απόδειξη ότι δεν είναι ζώα αγέλης.
Και για να προλάβω την σκέψη σας:
Οι σκύλοι που δεν θέλουν παρέες και διώχνουν όποιον πλησιάσει δεν επιβεβαιώνουν κανέναν “αγελαίο” κανόνα, ούτε λειτουργούν ως φύλακες κάποιας υποτιθέμενης αγέλης· αντίθετα, δείχνουν συνήθως ότι δεν έχουν εξοικειωθεί από νωρίς με τα ερεθίσματα και τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις που θα συναντήσουν στη μετέπειτα ζωή τους. Η αποφυγή, η ένταση ή η ανάγκη να κρατούν απόσταση δεν είναι αποδείξεις προστασίας ομάδας, αλλά ενδείξεις ανεπαρκούς κοινωνικοποίησης ή περιορισμένης έκθεσης σε διαφορετικούς σκύλους, ανθρώπους και καταστάσεις. Όταν λείπουν αυτά τα πρώιμα, θεμελιώδη μαθήματα, η φυσιολογική αυτοπεποίθηση και η ευελιξία στις κοινωνικές επαφές δεν αναπτύσσονται, με αποτέλεσμα συμπεριφορές που συχνά παρερμηνεύονται ως “αγελαίες”, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν απλώς συνέπεια ελλείψεων στην εμπειρία και όχι έκφραση κάποιας ιεραρχικής ανάγκης.
Πραγματικότητα:
Ο σκύλος ευδοκιμεί κοντά στον άνθρωπο επειδή ακριβώς έπαψε να ζει τη ζωή της αγέλης. Είναι ημιάγριο αλλά όχι αγελαίο ζώο. Κυκλοφορεί μόνος του, ψάχνοντας τροφή στους δρόμους και στις χωματερές. Όταν συναναστρέφεται άλλους σκύλους, φτιάχνει χαλαρές, ανοιχτές παρέες από γνωστούς ή άγνωστους. Μπορεί να δεθεί στενά με κάποιους, αλλά δεν φοβάται τους ξένους — αντίθετα, χαίρεται να τους κάνει φίλους.
Από το βιβλίο μου "Χαμένοι στην Μετάφραση"
Φιλικά
Antoine Raymond - Stefas