Από τις μελέτες ---> στην πραγματικότητα του πεδίου
Ακούμε συνεχώς για μελέτες, για ποσοστά, για αριθμούς, για το ένα εύρημα και για το άλλο.
Όμως υπάρχει ένα κρίσιμο σημείο που συχνά ξεχνάμε: τι γίνεται όταν όλα αυτά κατέβουν από το χαρτί στην πράξη; Όταν δηλαδή τα αποτελέσματα μιας μελέτης πρέπει να μεταφερθούν στα δάχτυλα, στην καθημερινή δουλειά, στο πραγματικό περιστατικό, στο πεδίο.
Τα δεδομένα μιας μελέτης δεν είναι απόλυτες αλήθειες που απλώς τις παίρνουμε και τις εφαρμόζουμε αυτούσιες πάνω σε έναν συγκεκριμένο σκύλο. Είναι πληροφορία. Είναι υλικό που μας βοηθά να σχηματίσουμε υποθέσεις, να κατανοήσουμε τάσεις και να προσανατολίσουμε την έρευνά μας. Από εκεί και πέρα, χρειάζεται να το μετασχηματίσουμε μέσα στο πραγματικό πλαίσιο του συγκεκριμένου περιστατικού.
Ένα ποσοστό δεν είναι ένας σκύλος. Ένας μέσος όρος δεν είναι ένας σκύλος. Μια στατιστική συσχέτιση δεν είναι αυτομάτως αιτιώδης εξήγηση για τη συμπεριφορά ενός συγκεκριμένου ζώου.
Η επιστήμη μας δίνει δεδομένα· η εφαρμογή απαιτεί ερμηνεία.
Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η ευθύνη του ανθρώπου που βρίσκεται στο πεδίο: να πάρει αυτή την πληροφορία, να τη συνδέσει με το συγκεκριμένο άτομο, το ιστορικό του, το περιβάλλον του, τα antecedents, τη συμπεριφορά και τις συνέπειές της, και να καταλήξει σε μια λειτουργική υπόθεση.
Γιατί τελικά, το ερώτημα δεν είναι μόνο «τι λέει η μελέτη;», αλλά και:
«Τι σημαίνει αυτό για τον συγκεκριμένο σκύλο που έχω μπροστά μου;»
Πάμε λοιπόν να δούμε Γιατί...
Ακούμε συνεχώς για μελέτες, για ποσοστά, για αριθμούς, για το ένα εύρημα και για το άλλο.
Όμως υπάρχει ένα κρίσιμο σημείο που συχνά ξεχνάμε: τι γίνεται όταν όλα αυτά κατέβουν από το χαρτί στην πράξη; Όταν δηλαδή τα αποτελέσματα μιας μελέτης πρέπει να μεταφερθούν στα δάχτυλα, στην καθημερινή δουλειά, στο πραγματικό περιστατικό, στο πεδίο.
Τα δεδομένα μιας μελέτης δεν είναι απόλυτες αλήθειες που απλώς τις παίρνουμε και τις εφαρμόζουμε αυτούσιες πάνω σε έναν συγκεκριμένο σκύλο. Είναι πληροφορία. Είναι υλικό που μας βοηθά να σχηματίσουμε υποθέσεις, να κατανοήσουμε τάσεις και να προσανατολίσουμε την έρευνά μας. Από εκεί και πέρα, χρειάζεται να το μετασχηματίσουμε μέσα στο πραγματικό πλαίσιο του συγκεκριμένου περιστατικού.
Ένα ποσοστό δεν είναι ένας σκύλος. Ένας μέσος όρος δεν είναι ένας σκύλος. Μια στατιστική συσχέτιση δεν είναι αυτομάτως αιτιώδης εξήγηση για τη συμπεριφορά ενός συγκεκριμένου ζώου.
Η επιστήμη μας δίνει δεδομένα· η εφαρμογή απαιτεί ερμηνεία.
Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η ευθύνη του ανθρώπου που βρίσκεται στο πεδίο: να πάρει αυτή την πληροφορία, να τη συνδέσει με το συγκεκριμένο άτομο, το ιστορικό του, το περιβάλλον του, τα antecedents, τη συμπεριφορά και τις συνέπειές της, και να καταλήξει σε μια λειτουργική υπόθεση.
Γιατί τελικά, το ερώτημα δεν είναι μόνο «τι λέει η μελέτη;», αλλά και:
«Τι σημαίνει αυτό για τον συγκεκριμένο σκύλο που έχω μπροστά μου;»
Πάμε λοιπόν να δούμε Γιατί...
... η επιθετικότητα δεν είναι γενετικό πεπρωμένο,
αλλά συμπεριφορά που πρέπει να κατανοηθεί λειτουργικά
Αν δεχτούμε, λοιπόν, όσα εξετάσαμε μέχρι εδώ, τότε προκύπτει ένα ακόμη σημαντικό συμπέρασμα: η προσπάθεια να χαρακτηρίσουμε μια ολόκληρη φυλή ως «πιο επιθετική» ή «λιγότερο επιθετική» από μια άλλη δεν αρκεί για να εξηγήσει τη συμπεριφορά ενός συγκεκριμένου σκύλου.
Μπορεί να έχει ερευνητική αξία να μελετάμε πληθυσμιακές τάσεις, γενετικές προδιαθέσεις ή διαφορές μεταξύ φυλών. Όμως άλλο είναι να περιγράφουμε μια στατιστική τάση σε έναν πληθυσμό και άλλο να εξηγούμε γιατί αυτός ο συγκεκριμένος σκύλος, σε αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή, έκανε αυτή τη συγκεκριμένη συμπεριφορά.
Εκεί χρειάζεται να αφήσουμε στην άκρη τις κατηγορίες που λειτουργούν ως παρωπίδες και να δούμε τον σκύλο πρώτα απ’ όλα ως σκύλο.
Δεν μας ενδιαφέρει, ως πρώτο ερώτημα, αν είναι φυλή Α, Β ή Γ. Δεν μας ενδιαφέρει το χρώμα του, η «ταυτότητά» του ή η κατηγορία στην οποία τον έχουμε τοποθετήσει. Μας ενδιαφέρει να κατανοήσουμε τι κάνει η συμπεριφορά για τον ίδιο τον οργανισμό.
Με άλλα λόγια, δεν ρωτάμε μόνο:
«Τι είδους επιθετικότητα είναι αυτή;»
Ρωτάμε:
«Τι λειτουργία εξυπηρετεί αυτή η συμπεριφορά για αυτόν τον σκύλο, κάτω από αυτές τις συγκεκριμένες συνθήκες;»
Και εδώ το μοντέλο ABC — Antecedent, Behavior, Consequence μας δίνει ένα πολύ χρήσιμο πλαίσιο.
A — Antecedent: Τι έχει προηγηθεί;
Το antecedent δεν χρειάζεται να περιορίζεται μόνο στο γεγονός που συνέβη ακριβώς πριν από τη συμπεριφορά.
Υπάρχει το άμεσο antecedent: αυτό που προηγήθηκε χρονικά της συμπεριφοράς.
Υπάρχει όμως και το ευρύτερο ιστορικό του οργανισμού: το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε, οι εμπειρίες του, οι προηγούμενες αλληλεπιδράσεις του, αυτά που έμαθε, οι συνθήκες στις οποίες έζησε, οι προηγούμενες συνέπειες των συμπεριφορών του και γενικότερα ό,τι έχει διαμορφώσει το ρεπερτόριο και τις πιθανότητες με τις οποίες θα εμφανιστεί μια συμπεριφορά.
Όλα αυτά αποτελούν μέρος του πλαισίου μέσα στο οποίο πρέπει να εξετάσουμε το Α.
Η γενετική, επομένως, δεν εξαφανίζεται από την εξίσωση. Ούτε το περιβάλλον. Ούτε η μάθηση. Απλώς παύουν να αντιμετωπίζονται ως ανεξάρτητες «ταμπέλες» που εξηγούν από μόνες τους τη συμπεριφορά.
B — Behavior: Τι ακριβώς έκανε ο σκύλος;
Εδώ χρειάζεται να εγκαταλείψουμε την αόριστη λέξη «επιθετικότητα» και να περιγράψουμε τη συμπεριφορά όσο πιο αντικειμενικά γίνεται.
Γρύλισε; Έδειξε τα δόντια; Πάγωσε; Απομακρύνθηκε; Έκανε lunging; Δάγκωσε; Κυνήγησε; Εμπόδισε την πρόσβαση κάποιου σε έναν πόρο;
Το «είναι επιθετικός» είναι μια ετικέτα.
Η πραγματική συμπεριφορά είναι αυτό που μπορούμε να παρατηρήσουμε και να περιγράψουμε
C — Consequence: Τι πέτυχε η συμπεριφορά;
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο σημαντικό ερώτημα:
Τι άλλαξε για τον σκύλο επειδή έκανε αυτή τη συμπεριφορά;
Απομακρύνθηκε ένας άνθρωπος;
Σταμάτησε ένας χειρισμός;
Αυξήθηκε η απόσταση από κάτι που τον πίεζε;
Διατήρησε έναν πόρο;
Απέκτησε πρόσβαση σε κάτι;
Έφυγε από μια κατάσταση;
Και, κυρίως, η συνέπεια αυτή έκανε πιο πιθανό να επαναληφθεί η ίδια συμπεριφορά στο μέλλον;
Εδώ βρίσκεται η έννοια της λειτουργίας.
Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε ότι ο σκύλος σκέφτεται με ανθρώπινους όρους «θέλω να πω αυτό» ή «θέλω να πετύχω εκείνο». Μπορούμε να το δούμε λειτουργικά: η συμπεριφορά παράγει ένα αποτέλεσμα για τον οργανισμό και το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να επηρεάζει την πιθανότητα επανάληψης της συμπεριφοράς.
Και τότε τι γίνεται με τον «φόβο», τον «πόνο», τη «φύλαξη πόρου», τη «μητρική προστασία»; Αυτές οι έννοιες παραμένουν χρήσιμες.
Όμως μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως ερευνητικά και ερμηνευτικά φίλτρα (είναι υποθέσεις και τίποτα περισσότερο), όχι απαραίτητα ως διαφορετικά «είδη επιθετικότητας» που κατοικούν μέσα στον σκύλο.
Ο φόβος μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε το προηγούμενο πλαίσιο.
Ο πόνος μπορεί να μας κατευθύνει προς ένα συγκεκριμένο βιολογικό ή περιβαλλοντικό antecedent.
Η φύλαξη πόρου μπορεί να μας βοηθήσει να εξετάσουμε τι ακριβώς βρίσκεται σε κίνδυνο να χαθεί.
Η μητρική προστασία μπορεί να μας οδηγήσει σε διαφορετικές υποθέσεις για το πλαίσιο.
Αλλά ΚΑΝΕΝΑ από αυτά δεν είναι, από μόνο του, η τελική λειτουργική εξήγηση.
Η ερώτηση παραμένει:
Τι κάνει η συγκεκριμένη συμπεριφορά και τι αλλάζει για τον συγκεκριμένο σκύλο όταν την εκδηλώνει;
Ο σκύλος πριν από την ταμπέλα.
Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να προσπαθήσουμε να δούμε τον οργανισμό πριν από την κατηγορία.
Όχι «σκύλος αυτής της φυλής, άρα πιθανώς έτσι».
Αλλά:
Αυτός ο σκύλος.
Αυτό το περιβάλλον.
Αυτό το ιστορικό.
Αυτό το antecedent.
Αυτή η συμπεριφορά.
Αυτή η συνέπεια.
Η φυλή μπορεί να είναι μέρος της συνολικής εικόνας. Η γενετική μπορεί να επηρεάζει τις προδιαθέσεις. Η ανάπτυξη και η μάθηση μπορούν να διαμορφώνουν το ρεπερτόριο συμπεριφοράς. Το περιβάλλον μπορεί να αλλάζει συνεχώς τις συνθήκες.
Αλλά τίποτα από αυτά δεν μας απαλλάσσει από την ανάγκη να εξετάσουμε τη λειτουργία της συμπεριφοράς.
Και ίσως εδώ βρίσκεται η ουσία της λειτουργικής προσέγγισης:
Δεν κοιτάμε πρώτα σε ποια κατηγορία ανήκει ο σκύλος για να εξηγήσουμε τη συμπεριφορά του. Κοιτάμε τη συμπεριφορά του για να καταλάβουμε ποια λειτουργία εξυπηρετεί.
Εδώ δεν έχουμε χρώματα, κόμματα ή δόγματα.
Δεν έχουμε «φυλές που είναι έτσι» και «φυλές που είναι αλλιώς» ως τελικές εξηγήσεις.
Έχουμε έναν οργανισμό που αλληλεπιδρά με το περιβάλλον του.
Και έχουμε μια συμπεριφορά, την οποία προσπαθούμε να κατανοήσουμε όχι από την ταμπέλα που της δώσαμε, αλλά από το τι προηγείται, τι ακολουθεί και τι επιτυγχάνει για τον ίδιο τον οργανισμό.
Και αυτό το βλέμμα δεν αφορά μόνο τον σκύλο.
Αφορά τη συμπεριφορά γενικότερα.
Πρώτα η λειτουργία. Μετά η κατηγορία.
Μπορεί να έχει ερευνητική αξία να μελετάμε πληθυσμιακές τάσεις, γενετικές προδιαθέσεις ή διαφορές μεταξύ φυλών. Όμως άλλο είναι να περιγράφουμε μια στατιστική τάση σε έναν πληθυσμό και άλλο να εξηγούμε γιατί αυτός ο συγκεκριμένος σκύλος, σε αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή, έκανε αυτή τη συγκεκριμένη συμπεριφορά.
Εκεί χρειάζεται να αφήσουμε στην άκρη τις κατηγορίες που λειτουργούν ως παρωπίδες και να δούμε τον σκύλο πρώτα απ’ όλα ως σκύλο.
Δεν μας ενδιαφέρει, ως πρώτο ερώτημα, αν είναι φυλή Α, Β ή Γ. Δεν μας ενδιαφέρει το χρώμα του, η «ταυτότητά» του ή η κατηγορία στην οποία τον έχουμε τοποθετήσει. Μας ενδιαφέρει να κατανοήσουμε τι κάνει η συμπεριφορά για τον ίδιο τον οργανισμό.
Με άλλα λόγια, δεν ρωτάμε μόνο:
«Τι είδους επιθετικότητα είναι αυτή;»
Ρωτάμε:
«Τι λειτουργία εξυπηρετεί αυτή η συμπεριφορά για αυτόν τον σκύλο, κάτω από αυτές τις συγκεκριμένες συνθήκες;»
Και εδώ το μοντέλο ABC — Antecedent, Behavior, Consequence μας δίνει ένα πολύ χρήσιμο πλαίσιο.
A — Antecedent: Τι έχει προηγηθεί;
Το antecedent δεν χρειάζεται να περιορίζεται μόνο στο γεγονός που συνέβη ακριβώς πριν από τη συμπεριφορά.
Υπάρχει το άμεσο antecedent: αυτό που προηγήθηκε χρονικά της συμπεριφοράς.
Υπάρχει όμως και το ευρύτερο ιστορικό του οργανισμού: το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε, οι εμπειρίες του, οι προηγούμενες αλληλεπιδράσεις του, αυτά που έμαθε, οι συνθήκες στις οποίες έζησε, οι προηγούμενες συνέπειες των συμπεριφορών του και γενικότερα ό,τι έχει διαμορφώσει το ρεπερτόριο και τις πιθανότητες με τις οποίες θα εμφανιστεί μια συμπεριφορά.
Όλα αυτά αποτελούν μέρος του πλαισίου μέσα στο οποίο πρέπει να εξετάσουμε το Α.
Η γενετική, επομένως, δεν εξαφανίζεται από την εξίσωση. Ούτε το περιβάλλον. Ούτε η μάθηση. Απλώς παύουν να αντιμετωπίζονται ως ανεξάρτητες «ταμπέλες» που εξηγούν από μόνες τους τη συμπεριφορά.
B — Behavior: Τι ακριβώς έκανε ο σκύλος;
Εδώ χρειάζεται να εγκαταλείψουμε την αόριστη λέξη «επιθετικότητα» και να περιγράψουμε τη συμπεριφορά όσο πιο αντικειμενικά γίνεται.
Γρύλισε; Έδειξε τα δόντια; Πάγωσε; Απομακρύνθηκε; Έκανε lunging; Δάγκωσε; Κυνήγησε; Εμπόδισε την πρόσβαση κάποιου σε έναν πόρο;
Το «είναι επιθετικός» είναι μια ετικέτα.
Η πραγματική συμπεριφορά είναι αυτό που μπορούμε να παρατηρήσουμε και να περιγράψουμε
C — Consequence: Τι πέτυχε η συμπεριφορά;
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο σημαντικό ερώτημα:
Τι άλλαξε για τον σκύλο επειδή έκανε αυτή τη συμπεριφορά;
Απομακρύνθηκε ένας άνθρωπος;
Σταμάτησε ένας χειρισμός;
Αυξήθηκε η απόσταση από κάτι που τον πίεζε;
Διατήρησε έναν πόρο;
Απέκτησε πρόσβαση σε κάτι;
Έφυγε από μια κατάσταση;
Και, κυρίως, η συνέπεια αυτή έκανε πιο πιθανό να επαναληφθεί η ίδια συμπεριφορά στο μέλλον;
Εδώ βρίσκεται η έννοια της λειτουργίας.
Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε ότι ο σκύλος σκέφτεται με ανθρώπινους όρους «θέλω να πω αυτό» ή «θέλω να πετύχω εκείνο». Μπορούμε να το δούμε λειτουργικά: η συμπεριφορά παράγει ένα αποτέλεσμα για τον οργανισμό και το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να επηρεάζει την πιθανότητα επανάληψης της συμπεριφοράς.
Και τότε τι γίνεται με τον «φόβο», τον «πόνο», τη «φύλαξη πόρου», τη «μητρική προστασία»; Αυτές οι έννοιες παραμένουν χρήσιμες.
Όμως μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως ερευνητικά και ερμηνευτικά φίλτρα (είναι υποθέσεις και τίποτα περισσότερο), όχι απαραίτητα ως διαφορετικά «είδη επιθετικότητας» που κατοικούν μέσα στον σκύλο.
Ο φόβος μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε το προηγούμενο πλαίσιο.
Ο πόνος μπορεί να μας κατευθύνει προς ένα συγκεκριμένο βιολογικό ή περιβαλλοντικό antecedent.
Η φύλαξη πόρου μπορεί να μας βοηθήσει να εξετάσουμε τι ακριβώς βρίσκεται σε κίνδυνο να χαθεί.
Η μητρική προστασία μπορεί να μας οδηγήσει σε διαφορετικές υποθέσεις για το πλαίσιο.
Αλλά ΚΑΝΕΝΑ από αυτά δεν είναι, από μόνο του, η τελική λειτουργική εξήγηση.
Η ερώτηση παραμένει:
Τι κάνει η συγκεκριμένη συμπεριφορά και τι αλλάζει για τον συγκεκριμένο σκύλο όταν την εκδηλώνει;
Ο σκύλος πριν από την ταμπέλα.
Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να προσπαθήσουμε να δούμε τον οργανισμό πριν από την κατηγορία.
Όχι «σκύλος αυτής της φυλής, άρα πιθανώς έτσι».
Αλλά:
Αυτός ο σκύλος.
Αυτό το περιβάλλον.
Αυτό το ιστορικό.
Αυτό το antecedent.
Αυτή η συμπεριφορά.
Αυτή η συνέπεια.
Η φυλή μπορεί να είναι μέρος της συνολικής εικόνας. Η γενετική μπορεί να επηρεάζει τις προδιαθέσεις. Η ανάπτυξη και η μάθηση μπορούν να διαμορφώνουν το ρεπερτόριο συμπεριφοράς. Το περιβάλλον μπορεί να αλλάζει συνεχώς τις συνθήκες.
Αλλά τίποτα από αυτά δεν μας απαλλάσσει από την ανάγκη να εξετάσουμε τη λειτουργία της συμπεριφοράς.
Και ίσως εδώ βρίσκεται η ουσία της λειτουργικής προσέγγισης:
Δεν κοιτάμε πρώτα σε ποια κατηγορία ανήκει ο σκύλος για να εξηγήσουμε τη συμπεριφορά του. Κοιτάμε τη συμπεριφορά του για να καταλάβουμε ποια λειτουργία εξυπηρετεί.
Εδώ δεν έχουμε χρώματα, κόμματα ή δόγματα.
Δεν έχουμε «φυλές που είναι έτσι» και «φυλές που είναι αλλιώς» ως τελικές εξηγήσεις.
Έχουμε έναν οργανισμό που αλληλεπιδρά με το περιβάλλον του.
Και έχουμε μια συμπεριφορά, την οποία προσπαθούμε να κατανοήσουμε όχι από την ταμπέλα που της δώσαμε, αλλά από το τι προηγείται, τι ακολουθεί και τι επιτυγχάνει για τον ίδιο τον οργανισμό.
Και αυτό το βλέμμα δεν αφορά μόνο τον σκύλο.
Αφορά τη συμπεριφορά γενικότερα.
Πρώτα η λειτουργία. Μετά η κατηγορία.
Αντώνης Στέφας - Raymond (My story)
Ψυχολόγος - Εκπαιδευτής Σκύλων
Διδάσκω στην Ελλάδα και τη Γαλλία Εκπαίδευση και Ψυχολογία Σκύλων, συνεργάζομαι με κλινικές στις δύο χώρες και συμμετέχω ως εξωτερικός, διαβαθμισμένος συνεργάτης σε συγκεκριμένα ερευνητικά προγράμματα του Γαλλικού Στρατού (AF) που αφορούν τη μελέτη των συναισθημάτων των σκύλων και τους τρόπους με τους οποίους η κατανόησή τους μπορεί να αξιοποιηθεί προς όφελος της υπηρεσίας.
Ο ρόλος μου δεν είναι να προσφέρω απόλυτες αλήθειες, αλλά να ενθαρρύνω την αναζήτηση της γνώσης.
Να υπενθυμίσω ότι η επιστήμη εξελίσσεται.
Και ότι το σημαντικότερο εργαλείο που διαθέτουμε – ως επαγγελματίες, ως κηδεμόνες και ως άνθρωποι – είναι η διάθεση να συνεχίζουμε να μαθαίνουμε.
Αν σε ενδιαφέρει να μάθεις από την Elite Canine Trainers σε περιμένω.
Ψυχολόγος - Εκπαιδευτής Σκύλων
Διδάσκω στην Ελλάδα και τη Γαλλία Εκπαίδευση και Ψυχολογία Σκύλων, συνεργάζομαι με κλινικές στις δύο χώρες και συμμετέχω ως εξωτερικός, διαβαθμισμένος συνεργάτης σε συγκεκριμένα ερευνητικά προγράμματα του Γαλλικού Στρατού (AF) που αφορούν τη μελέτη των συναισθημάτων των σκύλων και τους τρόπους με τους οποίους η κατανόησή τους μπορεί να αξιοποιηθεί προς όφελος της υπηρεσίας.
Ο ρόλος μου δεν είναι να προσφέρω απόλυτες αλήθειες, αλλά να ενθαρρύνω την αναζήτηση της γνώσης.
Να υπενθυμίσω ότι η επιστήμη εξελίσσεται.
Και ότι το σημαντικότερο εργαλείο που διαθέτουμε – ως επαγγελματίες, ως κηδεμόνες και ως άνθρωποι – είναι η διάθεση να συνεχίζουμε να μαθαίνουμε.
Αν σε ενδιαφέρει να μάθεις από την Elite Canine Trainers σε περιμένω.